18 Φεβ 2007

Νοσεί το κράτος προνοίας στην Ελλάδα

Εκθεση-καταπέλτης μάς κατατάσσει στην τελευταία θέση της ΕΕ ως προς τις κοινωνικές συνθήκες

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Καταπέλτη για την κοινωνική πολιτική της χώρας αποτελεί γερμανική έκθεση που αποκαλύπτει ότι οι κοινωνικές συνθήκες στην Ελλάδα είναι οι χειρότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η απογοητευτική κατάταξη του ελληνικού κράτους πρόνοιας στην έρευνα του Hans Boeckler Stiftung προδίδει την αναποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφαρμόζονται ως και σήμερα και υπογραμμίζει τα σοβαρά προβλήματα κοινωνικής συνοχής που αντιμετωπίζει η χώρα. Το περίφημο κοινωνικό κράτος μπορεί να διατηρείται ισχυρό ως πολιτική υπόσχεση, ωστόσο - αν κρίνει κανείς εκ του αποτελέσματος - στην πράξη είναι αδύναμο, αν όχι και σοβαρά άρρωστο.

Τα συμπεράσματα της έκθεσης είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά, καθώς σε μια περίοδο που πληθαίνουν οι απειλές για το κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης, η σπατάλη των ήδη περιορισμένων πόρων σε αναποτελεσματικές πολιτικές τελικά υπονομεύει τον στόχο της κοινωνικής συνοχής. Την ώρα που η δημοσιονομική πολιτική προβλέπεται να παραμείνει περιοριστική και οι δημόσιες δαπάνες βρίσκονται υπό πίεση, οι ανάγκες για κοινωνική πολιτική αυξάνονται συνεχώς λόγω των οικονομικών επιπτώσεων του ανταγωνισμού για ολόκληρους κλάδους ή περιοχές, αλλά και των μεγάλων πιέσεων που δέχεται το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού.

Χρησιμοποιώντας ως στατιστικές πηγές τον ΟΟΣΑ και τη Eurostat, οι συντάκτες της έρευνας επέλεξαν 35 δείκτες οι οποίοι χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές συνθήκες σε κάθε χώρα. Αυτοί εντάσσονται σε τέσσερις ευρείες κατηγορίες, σε όλες από τις οποίες η Ελλάδα παρουσιάζει από μεγάλη μέχρι πολύ μεγάλη υστέρηση. Στις επιμέρους κατηγορίες που αφορούνν την κατανομή εισοδήματος και κοινωννική προστασία, την συμμετοχή στην αγορά εργασίας, στις ευκαιρίες εκπαίδευσης, την ισότητα των φύλων και δημογραφικό πρόβλημα η Ελλάδα κατέχει από την 15η έως και την 24η θέση.

Το ΒΗΜΑ,
Κωδικός άρθρου: B14926D042
ID: 281948

Η δημογραφική πολιτική υπόθεση κινήτρων

* Εχουμε το μείζον ζήτημα της εθνικής ασφαλείας. Ποιοι θα φυλάξουν τα βαλλόμενα σύνορά μας;
ΣΤ. ΠΑΠΑΘΕΜΕΛΗΣ

Η θεαματική αύξηση του δείκτη γεννήσεων στη Γαλλία (2,07 παιδιά ανά Γαλλίδα) και η εντυπωσιακή χειρονομία της απολειπόμενης Γερμανίας να δίνει από εφέτος για κάθε παιδί που γεννιέται 25.000 ευρώ δείχνουν την αφύπνιση του ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως, σωτηρίου οπωσδήποτε, ορισμένων ευρωπαϊκών ηγεσιών.

Η δημογραφική πολιτική είναι υπόθεση κινήτρων. Οι χώρες που έχουν πρόβλημα υπογεννητικότητας δεν θα μπορέσουν να το αντιμετωπίσουν με ημίμετρα. Ημίμετρα σημαίνει μη μέτρα.

Η εικόνα της ΕΕ «25» είναι εικόνα γηρασμένης επικράτειας. Κάποιοι όμως γηράσκουν και επιτέλους διδάσκονται. Και άλλοι, όπως εμείς, πορεύονται μηδέν διδασκόμενοι (μόνο το 27% των Ελλήνων είναι κάτω των 25 ετών, δηλαδή χαμός). Αλλά, αν για τους Γαλλογερμανούς η υπογεννητικότητα είναι πρόβλημα ηγεμονίας, για μας είναι υπαρκτικό. Η απειλή αυτοεξαφάνισής μας είναι εφιαλτική, πλην πραγματική. Η συνειδητοποίησή της σε όλα τα επίπεδα ηγεσίας και κοινωνίας είναι σχεδόν μηδενική. Με στοιχεία της Eurostart η Ελλάδα τύποις είναι στο 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, κάπου 100.000 ετήσιες γεννήσεις, όπου τουλάχιστον 20.000 είναι παιδιά μεταναστών. Αρα το στατιστικό 1,3 είναι = 1. Αυτό βεβαίως ισχύει και για τις άλλες χώρες, αλλά στα 63 εκατ. Γάλλων ή στα 82 εκατ. Γερμανών τα μεταναστόπουλα διαχέονται και απορροφούνται. Σίγουρα δεν είναι το ίδιο για την Ελλάδα των 10 εκατ. Ο Κούντερα είχε σοφά προειδοποιήσει: «Ενα μεγάλο έθνος βλέπει την ύπαρξή του και τη διεθνή του ακτινοβολία αυτόματα εξασφαλισμένη από μόνο τον αριθμό των πολιτών του. Ενα μικρό έθνος (...) πρέπει να την επανεφευρίσκει χωρίς διακοπή».

Η Γαλλία επικαιροποιεί μιαν ουσιαστική στήριξη της γεννητικότητας ευήκοη και στην επισήμανση του Σοβί «το δημογραφικό εκδικείται εκείνους που το αγνοούν».

Ο ανεπτυγμένος κόσμος βλέπει τον κίνδυνο κατάρρευσης του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος καθώς αισθάνεται τη μέγγενη της κατακόρυφης μείωσης γεννήσεων και της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης.

Κοντά στο κοινό με τους άλλους πρόβλημα αποδυνάμωσης του κράτους προνοίας από τη σχέση ενεργού (μειούμενου) προς μη ενεργό (διαρκώς αυξανόμενο) πληθυσμό, εμείς έχουμε το μείζον ζήτημα της εθνικής ασφαλείας. Ποιοι θα φυλάξουν τα βαλλόμενα σύνορά μας;

Επιβάλλεται ένας ευρύτατος συναγερμός με κύρια χαρακτηριστικά:

* Ανάδειξη σε απόλυτη εθνική προτεραιότητα του δημογραφικού.

* Αμεση επικαιροποίηση του Πορίσματος της Βουλής (1992) και σύσταση Διαρκούς Εντεταλμένης Κοινοβουλευτικής Επιτροπής.

* Εξειδικευμένα μέτρα υπέρ των νέων ζευγαριών (κατοικία, επιδότηση παιδιών, παιδικοί σταθμοί, γονικές άδειες), επαληθευόμενα συνεχώς για την αποτελεσματικότητά τους στην πράξη.

Πρόσφατα ο αυστραλός υπουργός Οικονομίας Πίτερ Κοστέλο ανεκοίνωσε σημαντικά, όπως εγράφη, μέτρα για το δημογραφικό. Μεγαλύτερη όμως αίσθηση έκανε η έκκλησή του: «Ενα παιδί για τον πατέρα, ένα για τη μητέρα και ένα για την πατρίδα»!

Είναι ρομαντισμός να την επαναλάβουμε εδώ;

Ο κ. Στέλιος Παπαθεμελής είναι βουλευτής.

Το ΒΗΜΑ, 04/02/2007 , Σελ.: B60
Κωδικός άρθρου: B14982B603
ID: 283533

Yπέργηρη η Eλλάδα

Yπέργηρη η Eλλάδα

«E»

Των Μ. ΑΔΑΜΙΔΟΥ - Μ. ΨΑΡΑ

Πρωταθλήτρια στην υπογεννητικότητα είναι η Eλλάδα. Σύμφωνα με τον δείκτη γεννήσεων ανά γυναίκα, η χώρα μας βρίσκεται στην τελευταία θέση των γεννήσεων στην Ε.Ε., με αντιστοιχία 1,29 γεννήσεις ανά γυναίκα το 2004. Tο 1975 ο συγκεκριμένος δείκτης ήταν 2,34 και έπεσε στο 2,1 το 1980 και στο 1,4 το 1990. Tα τελευταία χρόνια, η υπογεννητικότητα είναι πιο έντονη στην Aθήνα, στη Θεσσαλία, στα νησιά και στη Στερεά Eλλάδα.

Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Eυρώπης, οι οποίες εντόπισαν το πρόβλημα γήρανσης του πληθυσμού εγκαίρως και το αντιμετωπίζουν αποφασιστικά, λαμβάνοντας μέτρα για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, στη χώρα μας κυριαρχούν η πολιτική ατολμία και τα ημίμετρα σε σχέση με τα πολυτεκνικά επιδόματα και το περιβόητο επιδόματα τρίτου παιδιού. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχουν στην πράξη μέτρα ενίσχυσης της οικογένειας και ενθάρρυνσης των γεννήσεων.

H ιδιότητα του γονιού προφανώς έχει χάσει τη «γοητεία» της στη σημερινή Eυρώπη, αν κρίνει κανείς από τον απογοητευτικό ρυθμό γεννήσεων στις περισσότερες χώρες, που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη δημογραφική καταστροφή. Oι πιο δυσοίωνες, αλλά δυστυχώς, ρεαλιστικές προβλέψεις, κάνουν λόγο για μείωση του ευρωπαϊκού πληθυσμού κατά 7 εκατομμύρια μέχρι το 2050, λόγω της μεγάλης υπογεννητικότητας.

Βόμβα στο ασφαλιστικό
Tο αντίκτυπο θα είναι σημαντικό στην ευρωπαϊκή οικονομία και φυσικά, θα προκαλέσει κλυδωνισμούς στο ασφαλιστικό σύστημα, καθώς η αντιστοιχία εξάρτησης των συνταξιούχων με το εργατικό δυναμικό, από ένα προς τέσσερα που είναι σήμερα, αναμένεται να φτάσει το ένα προς δύο το 2050.

O πιεστικός χαρακτήρας του προβλήματος, που επί δεκαετίες έμενε στο περιθώριο και παραπεμπόταν στις... καλένδες, έχει υποχρεώσει πλέον τις ευρωπαϊκές ηγεσίες να αναζητήσουν βιώσιμα μοντέλα ενίσχυσης του θεσμού της οικογένειας. Tο ζήτημα παραμένει εξαιρετικά σύνθετο, καθώς, πέρα από την οικονομική διάσταση, εμπεριέχει και την κοινωνική, πράγμα που σημαίνει ότι ο θεσμός της οικογένειας πρέπει να γίνει και πάλι ελκυστικός για τους νέους ανθρώπους.

Mε εξαίρεση την Iρλανδία -όπου και οι περισσότερες γεννήσεις παρά τα υποτυπώδη οικογενειακά προγράμματα-, δεν είναι τυχαίο ότι στις σκανδιναβικές χώρες και τη Γαλλία, όπου ο ρυθμός γεννήσεων είναι υψηλότερος του ευρωπαϊκού μέσου όρου, τα κίνητρα προς και τους δύο γονείς είναι οικονομικής φύσεως αλλά και κοινωνικής πρόνοιας.

Πρόσφατο άρθρο του βρετανικού «Γκάρνταν» με τίτλο «Πίσω από την υπογεννητικότητα υπάρχει μια κουλτούρα περιφρόνησης για το να είναι κανείς γονιός». Στο άρθρο της, η Mαντλίν Mπούτινγκ αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν σε κοινωνίες τόσο καλά εφοδιασμένες, από υλική και ιατρική άποψη, για να διευκολύνουν τη γέννηση και την ανατροφή των παιδιών, οι άνθρωποι να είναι τόσο απρόθυμοι να χαρούν τη γέννηση ενός μωρού.

EΛΛAΔA
Θα μειωθούμε στα 8 εκατομμύρια το 2030

Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Eυρώπης, στη χώρα μας κυριαρχούν η πολιτική ατολμία και τα ημίμετρα σε σχέση με τα πολυτεκνικά επιδόματα και το περιβόητο επιδόματα τρίτου παιδιού. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχουν στην πράξη μέτρα ενίσχυσης της οικογένειας και ενθάρρυνσης των γεννήσεων. Aκόμη και οι άδειες εγκυμοσύνης και λοχείας είναι «άτολμες» στην Eλλάδα. Στον ιδιωτικό τομέα, η έγκυος δικαιούται συνολικά τέσσερις μήνες - δύο πριν από τη γέννηση του παιδιού και δύο μετά και ακόμη έναν χρόνο μειωμένο ωράριο. Tα πράγματα είναι λίγο καλύτερα στον δημόσιο τομέα, όπου η έγκυος μένει σε νόμιμη άδεια για πέντε μήνες, ενώ έχει την επιλογή ανάμεσα στο να μείνει εκτός δουλειάς ακόμη 9 μήνες ή για δύο χρόνια να φεύγει νωρίτερα από την εργασία της. Eρευνες υπολογίζουν ότι το 2030 η χώρα μας θα έχει πληθυσμό 8.000.000 περίπου, ενώ το 2010 θα έχουμε περίπου τους μισούς στρατεύσιμους από αυτούς του 1950.
Γεννήσεις ανά γυναίκα: 1,29

ΓEPMANIA
Τολμηρά μέτρα κατά της υπογεννητικότητας

H Γερμανία έχει από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στην EE και τη μεγαλύτερη αναλογία άτεκνων γυναικών. Σύμφωνα με τις στατιστικές, το 30% των Γερμανίδων δεν έχει παιδιά. O κυριότερος λόγος που υπάρχει τόσο έντονο πρόβλημα υπογεννητικότητας, είναι ότι το θέμα παρέμενε στο περιθώριο. Πριν από λίγες ημέρες, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε μια δεσμίδα μέτρων, για να καταστήσει τον θεσμό της οικογένειας πιο ελκυστικό και που θα ισχύσουν από το 2007. Kαταρχάς, θα υπάρχει μέριμνα για τους πατεράδες που θέλουν να μείνουν στο σπίτι με τα παιδιά. Kάθε γονιός θα μπορεί να λείψει για έναν χρόνο από τη δουλειά του, λαμβάνοντας το 67% της αμοιβής του. Kαι οι δύο μπορούν να λείψουν συνολικά 14 μήνες συν ένα επίδομα 1.800 ευρώ. H θέση εργασίας τους είναι εγγυημένη για τουλάχιστον 3 χρόνια.

Γεννήσεις ανά γυναίκα: 1,37

BPETANIA
Ελαστικό ωράριο για νέους γονείς

Oι νέες μητέρες δικαιούνται έξι μήνες μετ αποδοχών και άλλους έξι άνευ. Oι νέοι πατεράδες δικαιούνται δύο εβδομάδες άδειας μετ αποδοχών. Oι γονείς παιδιών κάτω των έξι ετών έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν ελαστικό ωράριο εργασίας, και παρότι οι εργοδότες δεν είναι υποχρεωμένοι να συμφωνήσουν, πρέπει να αποδείξουν ότι έλαβαν σοβαρά υπόψη το αίτημα. Tα παιδιά ηλικίας από τριών ή τεσσάρων ετών, πηγαίνουν δωρεάν σε παιδικό σταθμό. Τα νεογέννητα λαμβάνουν ως «μπόνους» περίπου 400 ευρώ σε καταθετικό λογαριασμό, και υπάρχουν σημαντικές φοροελαφρύνσεις.

Γεννήσεις ανά γυναίκα: 1,74

ΓAΛΛIA
Ουσιαστικά πριμ στους τρίτεκνους

H Γαλλία έχει εφαρμόσει διάφορες πολιτικές και έχει αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο πρόγραμμα παιδικής πρόνοιας χρηματοδοτούμενο από το κράτος, στην Eυρώπη. Oι μητέρες δικαιούνται 16 εβδομάδες άδεια λοχείας μετ αποδοχών και 26 εβδομάδες για το τρίτο παιδί. Eπίσης δικαιούνται 26 μήνες γονική άδεια. Πέρυσι, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε ότι θα δώσει περισσότερα χρήματα στις τρίτεκνες οικογένειες, σε μια προσπάθεια να ενθαρρύνει τις γυναίκες να κάνουν περισσότερα παιδιά. Oι παιδικοί σταθμοί επιδοτούνται από το κράτος και για τα βρέφη υπάρχουν βρεφικοί σταθμοί που μένουν ανοιχτοί όλη την ημέρα. Για τα παιδιά από δύο ετών υπάρχουν προσχολικά προγράμματα, όπου οι γονείς πληρώνουν μια συμμετοχή.

Γεννήσεις ανά γυναίκα: 1,9

ITAΛIA
Χίλια ρ για το 2ο παιδί

H Iταλία αντιμετωπίζει πρόβλημα υπογεννητικότητας εδώ και πολλά χρόνια. Kαταρχάς, οι γυναίκες που κάνουν παιδιά αντιμετωπίζουν προβλήματα στον χώρο εργασίας τους, ενώ οι ιδιωτικοί παιδικοί σταθμοί είναι πολύ ακριβοί και το κόστος αγοράς και ενοικίασης κατοικίας είναι πολύ υψηλό για τα νεαρά ζευγάρια που θέλουν να εκινήσουν οικογένεια. H ιταλική κυβέρνηση παρέχει επίδομα 1.000 ευρώ στα ζευγάρια που κάνουν δεύτερο παιδί.

Γεννήσεις ανά γυναίκα: 1,33

Σουηδία - Νορβηγία
Δεκαοχτώ μήνες άδεια σε κάθε νέο γονέα πληρώνει το κράτος

Oι κυβερνήσεις της Σουηδίας και της Nορβηγίας, με μεγάλη παράδοση στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής, βοηθούν τους γονείς να κρατήσουν ισορροπίες ανάμεσα στην εργασιακή και την οικογενειακή τους ζωή. Oι πολιτικές αυτές αποτελούν τμήμα του αποκαλούμενου «σκανδιναβικού μοντέλου». Στη Σουηδία, κάθε γονιός δικαιούται άδεια 18 μηνών, μετ αποδοχών που καλύπτονται από την κυβέρνηση. Oι παιδικοί σταθμοί είναι επιδοτούμενοι και έχουν ευέλικτα ωράρια. Oι γυναίκες με παιδιά προσχολικής ηλικίας δικαιούνται μειωμένο ωράριο. Στη Nορβηγία, οι μητέρες δικαιούνται 12 μήνες άδεια με το 80% των αποδοχών τους ή 10 μήνες με πλήρη αμοιβή. Oι πατεράδες έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα, ενώ 4 εβδομάδες άδειας είναι υποχρεωτική γι αυτούς και δεν μεταφέρονται στη μητέρα. Oι αμοιβές χρηματοδοτούνται μέσω της φορολογίας, για να μην επιβαρύνονται οι εργοδότες. Η ιδιότητα του γονιού είναι πλήρως αποδεκτή από τους εργοδότες και είναι πολύ συχνό φαινόμενο να σταματούν συσκέψεις επειδή κάποιος πρέπει να μιλήσει με το παιδί του στο τηλέφωνο. Η οικογενειακή πολιτική των σκανδιναβικών χωρών, ενθαρρύνει παράλληλα ενεργά την ισότητα των φύλων.

Γεννήσεις ανά γυναίκα: Nορβηγία: 1,81, Σουηδία: 1,75

Oι 12 «πληγές» της ελληνικής οικονομίας

Oι 12 «πληγές» της ελληνικής οικονομίας

«E» 30/1

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Kώστας Tσαχάκης

Δώδεκα «παγίδες» απειλούν την ελληνική οικονομία.H μεγαλύτερη αφορά στο οξύ δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο επιβαρύνει υπέρμετρα το ασφαλιστικό σύστημα.

H πληθυσμιακή ομάδα άνω των 65 ετών αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο και αντίθετα μειώνεται ο ενεργός πληθυσμός γεγονός που... ναρκοθετεί την επίλυση του Aσφαλιστικού.

Στα σημαντικότερα προβλήματα της οικονομίας επικεντρώνει την προσοχή του το υπουργείο Oικονομίας σε ειδική ανάλυση που περιέχεται στο Eθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Aναφοράς 2007-2013, το οποίο κατατέθηκε στην Eυρωπαϊκή Eπιτροπή.

Πρόκειται ουσιαστικά για τον «στρατηγικό σχεδιασμό» του Δ KΠΣ και σε αυτόν γίνεται αναφορά σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Πιο αναλυτικά, στην ανάλυση του υπουργείου περιγράφονται οι ακόλουθες «παγίδες»:

Tο φαινόμενο της υπογονιμότητας οδηγεί σε συρρίκνωση του πληθυσμού. Σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές της Eθνικής Στατιστικής Yπηρεσίας, μέχρι το 2050 ο συνολικός πληθυσμός θα μειωθεί στα 10,78 εκατομμύρια, από 11,08 το 2005.

Tα παιδιά ηλικίας έως 15 ετών θα μειωθούν κατά 18% σε 1,3 εκατ. (από 1,59 πρόπερσι) και ο ενεργός πληθυσμός -ηλικίες από 16 έως και 64 ετών- κατά 18,7% σε 6 εκατομμύρια (από 7,48 εκατ.).

Aντίθετα, οι ηλικίας άνω των 65 ετών θα αυξηθούν κατά 70% περίπου και το 2050 θα προσεγγίσουν τα 3,4 εκατομμύρια (από 2 εκατ. το 2005).

Mε τα δεδομένα αυτά αναμένεται μεγάλη αύξηση των δαπανών για συντάξεις, η οποία θα ασκήσει υπέρμετρη πίεση στα δημόσια οικονομικά.

  • O ανταγωνισμός από γειτονικές χώρες που προσφέρουν χαμηλό κόστος εργασίας.
  • H «φυγή» εγχώριων κεφαλαίων σε άλλες χώρες λόγω των δυσκολιών στην ανάπτυξη επενδύσεων στην Eλλάδα.
  • H δυναμική είσοδος νέων ανταγωνιστών στον χώρο του τουρισμού.
  • H αυξανόμενη «διαρροή» επιστημονικού δυναμικού υψηλού επιπέδου στο εξωτερικό.
  • H διεύρυνση του ψηφιακού χάσματος με χώρες οι οποίες παρουσιάζουν ραγδαία ανάπτυξη στον συγκεκριμένο τομέα.
  • Δημιουργία θυλάκων ανεργίας από τη συρρίκνωση του αγροτικού τομέα εξαιτίας των ρυθμίσεων της KAΠ.
  • H παράνομη μετανάστευση που δημιουργεί σοβαρές δυσλειτουργίες στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.
  • H εμφάνιση κινδύνων υγείας που δεν γνωρίζουν σύνορα (π.χ. SARS).
  • H εντεινόμενη εξάρτηση των τοπικών οικονομιών από τον τουρισμό, ο οποίος είναι δραστηριότητα ευάλωτη σε εξωγενείς παράγοντες.
  • H καθυστέρηση στην υλοποίηση ενεργειακών συμφωνιών και στην υιοθέτηση πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο.
  • Πολύπλοκο σύστημα έγκρισης, χρηματοδότησης και ωρίμανσης των δημόσιων έργων (π.χ. πολλές αδειοδοτήσεις).

To δημογραφικό επηρεάζει καθοριστικά το Ασφαλιστικό

Tο δημογραφικό επηρεάζει καθοριστικά το Ασφαλιστικό και παρά την ενίσχυση που δέχτηκε η χώρα με πληθυσμό στην ενεργό ηλικία λόγω της μετανάστευσης των οικονομικών προσφύγων. Μεταξύ 1991 και 2001 (δύο απογραφές) ο πληθυσμός στις ηλικίες άνω των 65 ετών αυξήθηκε κατά 30,3%, ενώ στις παραγωγικές ηλικιές (15-64 ετών) μόλις κατά 8,6%. Επίσης μειώθηκε ο πληθυσμός των παιδιών (έως 14 ετών ) κατά 15,7%.

Με ανακοινώσεις το ανακινούν οι επίτροποι

Ελλείψει αρμοδιότητος, Αλμούνια και Σπίντλα επισείουν δημογραφική γήρανση και δημοσιονομική επιβάρυνση

Με ανακοινώσεις το ανακινούν οι επίτροποι

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

Του ΚΩΣΤΑ ΜΟΣΧΟΝΑ

Στις αρχές και στα τέλη κάθε έτους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει επί τάπητος εδώ και μία 5ετία τις επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στα δημόσια οικονομικά των κρατών της Ε.Ε., με χρονικό ορίζοντα το 2050.

Μέτρα για το Ασφαλιστικό ζήτησε για μία ακόμη φορά χθες ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Χοακίν Αλμούνια, επισείοντας τον κίνδυνο της «δημογραφικής βόμβας»

Οι θέσεις της Κομισιόν για το σοβαρό αυτό θέμα, για το οποίο, όμως, αρμόδια είναι τα κράτη-μέλη, αναπτύχθηκαν και χθες, με τη διαφορά ότι εκτός από τον αρμόδιο για τις οικονομικές υποθέσεις επίτροπο Χοακίν Αλμούνια, κινητοποιήθηκε αυτή τη φορά και ο Τσέχος συνάδελφός του Βλαντιμίρ Σπίντλα (απασχόληση), ο οποίος έθεσε το δημογραφικό πρόβλημα στην Ε.Ε.
Ετσι, υιοθετήθηκαν 2 ανακοινώσεις, οι οποίες αφορούν «τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών στην Ε.Ε.» και «το δημογραφικό μέλλον της Ευρώπης». Και για τα δύο η Επιτροπή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.
Κάτω από 450 εκατ. κάτοικοι
Με βάση τα κοινοτικά στοιχεία, ο πληθυσμός της Ευρώπης των «25» αναμένεται να μειωθεί από 459,5 εκατ. κατοίκους το 2005, σε 449,8 εκατ. το 2050. Οι λόγοι; Πολύ μικρή αύξηση της γεννητικότητας (από 1,5 παιδιά ανά γυναίκα το 2004 σε 1,6 παιδιά το 2050) και σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Αντίβαρο θα παίξει η αύξηση των οικονομικών μεταναστών, οι οποίοι υπολογίζεται ότι θα ανέλθουν σε 40 εκατ. το 2050.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι αν σήμερα αντιστοιχούν σε κάθε συνταξιούχο 4 εργαζόμενοι, το 2050 θα αντιστοιχούν 2 εργαζόμενοι. Στην Ελλάδα θα αντιστοιχούν λιγότεροι από 2 εργαζόμενοι...
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν, η γεννητικότητα στη χώρα μας θα αυξηθεί μόνο σε 1,5 παιδιά ανά γυναίκα (2004: 1,3 παιδιά) και το προσδόκιμο ζωής θα αυξηθεί σε 80,3 χρόνια για τους άνδρες (2004: 76,4) και 85,1 χρόνια για τις γυναίκες (2004: 81,4). Αποτέλεσμα: Ο πληθυσμός της χώρας θα μειωθεί από 11,1 εκατ. κατοίκους το 2005 σε 10,6 εκατομμύρια το 2050. Από την άλλη πλευρά, ο αριθμός των οικονομικών μεταναστών θα αυξηθεί και θα φτάσει τα 1,8 εκατ. άτομα.
Στον υψηλό κίνδυνο η Ελλάδα
Για την Επιτροπή, λοιπόν, η Ελλάδα περιλαμβάνεται στον κατάλογο των 6 χωρών «υψηλού κινδύνου». Οι άλλες 5 είναι: Τσεχία, Κύπρος, Ουγγαρία, Πορτογαλία και Σλοβενία
. Ο κατάλογος χωρών «μέσου κινδύνου» περιλαμβάνει: Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Σλοβακία και Βρετανία. Οι χώρες «χαμηλού κινδύνου» είναι οι: Δανία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ολλανδία, Αυστρία, Πολωνία, Φινλανδία και Σουηδία.
Για την Ελλάδα, προβλέπεται αύξηση ύψους 10,3% του ΑΕΠ των δαπανών για τις συντάξεις κατά την περίοδο 2004-2050. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη των «15» και το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρώπη των «25» μετά την Κύπρο (12,9%). Στον τομέα της υγείας, προβλέπεται για τη χώρα μας ότι η γήρανση του πληθυσμού θα έχει επιπτώσεις την αύξηση των δαπανών στο επίπεδο του 1,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2050.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα ανέλθει στο επίπεδο του 255,5% του ΑΕΠ το 2050, εάν δεν γίνουν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Στην Ευρώπη των «25» θα ανέλθει στο 200%...
Κατά τον Βλαντιμίρ Σπίντλα, υπάρχουν 5 τρόποι για την εξουδετέρωση της «δημογραφικής ωρολογιακής βόμβας»:
Τεκνοποίηση και ανταγωνιστικότητα
**Υποστήριξη για τον συνδυασμό επαγγελματικής, οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής έτσι ώστε τα άτομα που μπορούν να γίνουν γονείς να μπορούν να αποκτήσουν όσα παιδιά επιθυμούν.
**Βελτίωση των ευκαιριών απασχόλησης για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
**Αύξηση του δυναμικού, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικής ικανότητας μέσω της εκτίμησης της συνεισφοράς τόσο των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας όσο και των νεότερων.
**Αξιοποίηση των θετικών συνεπειών της μετανάστευσης για την αγορά εργασίας.
**Εξασφάλιση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών για να υποστηριχθεί η διασφάλιση μακροπρόθεσμης κοινωνικής προστασίας.

Χώρα γερόντων;

Χώρα γερόντων;

ΜΕΙΩΝΕΤΑΙ επικίνδυνα, χρόνο με τον χρόνο, ο ενεργός ελληνικός πληθυσμός και η Ελλάδα, αν συνεχιστεί αυτός ο ρυθμός, θα είναι στα μέσα του αιώνα ένα απέραντο γηροκομείο, μια χώρα γερόντων. Οι συνέπειες θα είναι οδυνηρές για την κοινωνία, διότι θα βρεθεί αντιμέτωπη με τεράστια προβλήματα και αδιέξοδα.
Η ΑΥΞΗΣΗ του μέσου όρου προσδοκώμενης ζωής είναι ένα αγαθό. Θα έπρεπε, όμως, για να διατηρηθεί η κοινωνική ισορροπία, να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της υπογεννητικότητας, που επιδεινώνεται. Προπολεμικά οι γεννήσεις έφταναν τις 200.000 τον χρόνο, το 1980 έπεσαν στις 148.000 και το 2004 περίπου στις 100.000.
ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΦΑΚΕΛΟ της «Ε», που έχει θέμα το δημογραφικό πρόβλημα, ο καθηγητής Μανώλης Δρεττάκης παραθέτει αναλυτικά στοιχεία και επισημαίνει ότι οι γεννήσεις θα ήταν λιγότερες αν δεν φιλοξενούσαμε στη χώρα μετανάστες. Οι αλλοδαπές μητέρες κάλυψαν το 16% των γεννήσεων το 2004, ενώ οι γεννήσεις από Ελληνίδες ήταν περίπου 55.000 λιγότερες από εκείνες του 1980.
ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ, άλλωστε, ότι ολόκληρα χωριά έχουν ερημώσει από ενεργό πληθυσμό, έχουν μείνει μόνο μερικοί γέροντες, παιδικές φωνές δεν ακούγονται και σχολεία κλείνουν διότι δεν έχουν μαθητές. Σε άλλα χωριά οι αλλοδαποί μαθητές κράτησαν ανοιχτά τα σχολεία.
Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ διαπίστωση είναι ότι με την υπογεννητικότητα λείπουν από τη χώρα 55.000 παιδιά, σε σχέση, τουλάχιστον, με το 1980. Αυτό καθαυτό το γεγονός έχει άμεση συνέπεια, πέραν όλων των άλλων, και τη μείωση της απασχόλησης, δηλαδή την αύξηση της ανεργίας. Ακολουθεί, βεβαίως, η επιδείνωση του Ασφαλιστικού και πολλά άλλα. Ενός κακού μύρια έπονται.
ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ μια κάποια λύση και για την Ελλάδα και για την υπόλοιπη Ευρώπη, που επίσης βρίσκεται σε πορεία γήρανσης του πληθυσμού της. Δεν είναι, όμως, η λύση.
ΜΠΟΡΕΙ, άραγε, να φανταστεί η πολιτική ηγεσία του τόπου πώς θα είναι η Ελλάδα αν ξαφνικά φύγουν οι μετανάστες και επιστρέψουν στις πατρίδες τους; Το σενάριο είναι εφιαλτικό. Δεν θα καταρρεύσει μόνον η ελληνική γεωργία, αλλά και άλλοι τομείς της οικονομίας, όπως και οι κοινωνικές υπηρεσίες, που στηρίζονται στους αλλοδαπούς.
ΟΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΕΣ πολιτικές δεν είναι μόνον κοντόφθαλμες, αλλά και αντικοινωνικές. Η εφαρμογή τους επιδεινώνει όλα τα κοινωνικά προβλήματα. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ασχολείται με το Ασφαλιστικό ζητώντας περικοπές στις συντάξεις και αύξηση του ορίου ηλικίας για την έξοδο στη σύνταξη.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ το μέγα πρόβλημα λογιστικά και μόνο. Ασχολείται με το Ασφαλιστικό, που είναι το σύμπτωμα και όχι με την ασθένεια, που είναι το δημογραφικό πρόβλημα. Εκεί οδηγούν το έλλειμμα δημοκρατίας και η παράδοση της εξουσίας των αποφάσεων στους στυγνούς τεχνοκράτες.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 17/02/2007

Παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας το 2004 στο 1,29

Της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ*

Από το 1950 και μετά οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες γνωρίζουν το φαινόμενο της υπογεννητικότητας και την παράλληλη αύξηση της γήρανσης του πληθυσμού. Το λεγόμενο δημογραφικό πρόβλημα παίρνει πλέον ανησυχητικές διαστάσεις και οι περισσότερες κυβερνήσεις αναγκάζονται να προτείνουν μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου (οικογενειακά επιδόματα, στήριξη πολύτεκνων οικογενειών, γονικές άδειες κ.λπ.).
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρουσιάζει μάλιστα τη χαμηλότερη γονιμότητα σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές και τις γειτονικές βαλκανικές χώρες. Το 1981 το συνολικό ποσοστό γονιμότητας στη χώρα μας ήταν κάτω από το 2,1 το οποίο θεωρείται το ελάχιστο όριο για την αντικατάσταση των γενεών. Το 1997 η γονιμότητα φτάνει στα 1,32 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας και το 2004 στο 1,29.
Η υπογεννητικότητα είναι αναμφίβολα ένα σύνθετο φαινόμενο, που αντανακλά τις μεγάλες αλλαγές που έχουν επέλθει στη δομή και τη σύνθεση της παραδοσιακής οικογένειας (νέες μορφές συμβίωσης, μείωση γάμων, αύξηση διαζυγίων, μονογονεϊκές οικογένειες κ.ά.), αλλά και τις γενικότερες αλλαγές των σύγχρονων κοινωνιών στο επίπεδο των σχέσεων και της κουλτούρας. Οι μεταμορφώσεις της εργασίας παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στη μείωση του αριθμού των γεννήσεων. Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η αβεβαιότητα για το μέλλον της εργασίας τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες, τα ευέλικτα ωράρια, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, η αδυναμία (ή η άρνηση) του κράτους να ενδυναμώσει τα υποστηρικτικά δίκτυα, η ανεπάρκεια υπηρεσιών φροντίδας για το παιδί, οι ελλείψεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και η παράλληλη αύξηση του κόστους ζωής και εκπαίδευσης αποτελούν παράγοντες που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στη μείωση των γεννήσεων. Συγχρόνως, ας μην ξεχνάμε ότι η απόκτηση παιδιών δεν είναι πια καταναγκασμός που επιβάλλεται από τους παραδοσιακούς ρόλους της γυναίκας - μητέρας και του άνδρα - πατέρα. Τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα της εποχής μας συνδέουν την απόκτηση παιδιών με την επιθυμία και το δικαίωμα στην επιλογή. Επιπλέον, το παιδί αποτελεί σήμερα αξία. Οι γονείς ονειρεύονται και επιδιώκουν να του προσφέρουν ποιότητα ζωής έχοντας μεγαλύτερη επίγνωση των δεσμεύσεών τους, παρά τις όποιες εξαιρέσεις. Συγχρόνως, οι γυναίκες επιθυμούν μεγαλύτερη συμμετοχή του άνδρα στις οικογενειακές υποχρεώσεις, πιο ισότιμες σχέσεις, ενώ πολλοί άνδρες αντιλαμβάνονται τη σχέση με τα παιδιά με τρόπο πιο ευαίσθητο και συναισθηματικό. Δεν είναι τυχαίο που μιλάμε πια για μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην οικογενειακή, την επαγγελματική και την προσωπική ζωή. Μια ισορροπία που δεν απεμπολεί το δικαίωμα των γονέων να έχουν επιθυμίες, το δικό τους χρόνο και τις δικές τους προσδοκίες. Η αύξηση των γεννήσεων μπορεί επομένως να είναι ζητούμενο για πολλές σύγχρονες κοινωνίες. Αυτό απαιτεί σαφώς κοινωνικές πολιτικές στήριξης της οικογένειας. Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές δεν θα μπορούσαν να τελεσφορήσουν παραβλέποντας τις πολιτισμικές αλλαγές και κυρίως το δικαίωμα γυναικών και ανδρών να επιλέγουν ελεύθερα τη μορφή συμβίωσης που τους εκφράζει.
* Αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 17/02/2007

Αρχισε η σταδιακή μείωση του πληθυσμού

Οι πληθυσμιακές εξελίξεις στον ελληνικό χώρο είναι άμεσα συνυφασμένες με την ανάπτυξη της Ελλάδας

Αρχισε η σταδιακή μείωση του πληθυσμού

Του ΚΩΣΤΗ ΚΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ*

Η πληθυσμιακή εξέλιξη της νεότερης Ελλάδας δείχνει καθαρά μια εξέλιξη από υψηλούς σε χαμηλούς δείκτες γεννήσεων και θανάτων, καθώς και μια δημογραφική σταθερότητα τα τελευταία χρόνια.

Γεννητικότητα - γονιμότητα: Μετά το 1981, παρατηρείται μια σταδιακή μείωση της γεννητικότητας - γονιμότητας του πληθυσμού με ρυθμό που δεν έχει ξανασημειωθεί, όχι μόνο στον ελληνικό χώρο, αλλά και στο σύνολο των αναπτυγμένων χωρών σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενώ οι γεννήσεις παρέμειναν σχεδόν σταθερές σε απόλυτους αριθμούς σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου (περίπου 148 χιλιάδες το χρόνο, όσες ήταν και το 1980), μετά το 1980 άρχισαν να μειώνονται, φθάνοντας το 2001 στις 102 χιλιάδες, μια μείωση που φθάνει το 32% κατά τη διάρκεια 20 μόνο ετών (πίνακας 1).
Το μέγεθος των αλλαγών στη γονιμότητα του πληθυσμού της χώρας μας γίνεται πιο παραστατικά αντιληπτό μέσα από δύο συγκριτικούς δείκτες. Ο πρώτος, γνωστός και ως συντελεστής γεννητικότητας (αριθμός γεννήσεων επί 1.000 κατοίκων), δείχνει ότι οι γεννήσεις μεταπολεμικά μειώθηκαν περισσότερο από 50% (πίνακας 1). Ο δεύτερος και σπουδαιότερος είναι ο συντελεστής γονιμότητας, ο οποίος αναφέρεται στο μέσο όρο των παιδιών που γεννιούνται από γυναίκες που βρίσκονται στην αναπαραγωγική ηλικία και ο οποίος, από 2,1 που ήταν το 1980 (ίσος με την οριακή τιμή για την αντικατάσταση των γενεών), μειώθηκε στο 1,3 το 2000.
Θνησιμότητα - γήρανση: Από την άλλη μεριά, οι θάνατοι αυξήθηκαν σταδιακά σε όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, φθάνοντας τις 102 χιλιάδες το 2001, από 53 χιλιάδες που ήταν το 1951 (πίνακας 5).
Εκείνο όμως που είναι σημαντικότερο είναι ότι η αύξηση των θανάτων δεν προήλθε από την αύξηση της νοσηρότητας του πληθυσμού, αλλά είναι αποτέλεσμα της γήρανσής του. Δηλαδή σημειώθηκε αύξηση, σχεδόν τριπλασιασμός, του ποσοστού των ηλικιωμένων ατόμων άνω των 65 ετών (γήρανση), (από 6,7% το 1951 σε 12,7% το 1981 και 16,7% το 2001 και το οποίο προβλέπεται να φθάσει το 18% γύρω στο 2010) και οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μείωση -σχεδόν υποδιπλασιασμό- της νεανικότητας του πληθυσμού (ποσοστό νέων κάτω των 14 ετών από 28,8% το 1951 σε 15,2% το 2001) και όχι τόσο στην αύξηση της προσδοκώμενης ζωής, με αποτέλεσμα, ενώ το 1950 οι νέοι ήταν υπερτετραπλάσιοι των ηλικιωμένων, σήμερα είναι σχεδόν 10% λιγότεροι.
Μετανάστευση: Διάφορες πηγές δείχνουν ότι η μετανάστευση για τη δεκαετία 1951-60 παρουσιάζει ένα έλλειμμα 208 χιλιάδων, στη δεκαετία 1961-70 υπάρχει ένα έλλειμμα περίπου 460 χιλιάδων ατόμων, τη δεκαετία 1971-1980 διαδέχεται ένα πλεόνασμα 330.000 παλιννοστούντων, τη δεκαετία 1981-90 η θετική μετανάστευση ανέρχεται σε περίπου 250 χιλιάδες άτομα, ενώ για την περίοδο 1991-2000 το πλεόνασμα ανέρχεται σε 680 χιλιάδες άτομα (πίνακας 8).
Φυσική κίνηση: Αυτό που έχει τελικά σημασία, όμως, είναι η φυσική αύξηση του πληθυσμού. Πραγματικά, τα στοιχεία για τη φυσική κίνηση (υπεροχή γεννήσεων έναντι των θανάτων) ακολουθεί μια συνεχή πτωτική πορεία (πίνακας 12). Τα αποτελέσματα της τελευταίας δεκαετίας όμως είναι μάλλον παραπλανητικά, αφού η μεταβολή είναι αποκλειστικά αποτελέσματα της φυσικής κίνησης των αλλοδαπών (πίνακας 13).
Με βάση τα παραπάνω, εκτιμάται ότι ήδη άρχισε μια σταδιακή μείωση του ελληνικού πληθυσμού, η οποία θα προέλθει κυρίως από την ελάττωση της νεανικότητας και την αντίστοιχη αύξηση που θα σημειώσει η γήρανση. Επιπλέον, το πληθυσμιακό δυναμικό των παραγωγικών κλιμακίων των ηλικιών πιστεύεται ότι θα αρχίσει και αυτό να μειώνεται. Ηδη σημειώνεται μια σοβαρή αλλαγή στο συντελεστή αντικατάστασης (πλήθος ατόμων ηλικίας 60-64 ετών προς το πλήθος ατόμων ηλικίας 10-14 ετών), που είναι μεγαλύτερος της μονάδας, ενώ η αναλογία ηλικιωμένων προς ενεργό πληθυσμό έχει αυξηθεί μεταπολεμικά από 10,4 σε 25,4, δηλαδή κατά 144%.
Με βάση τα τελευταία αποτελέσματα για τη θνησιμότητα και γονιμότητα και κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μελέτη του ΕΜΠ προέβλεψε για το 2050 μ.Χ. και με βάση τον αναμενόμενο συντελεστή γονιμότητας (σ.γ.) τα εξής:
ΣΕΝΑΡΙΟ Α (σ.γ.: 2,1)=10.000.000 άτομα
ΣΕΝΑΡΙΟ Β (σ.γ.: 1,66)=7.600.000 άτομα
ΣΕΝΑΡΙΟ Γ (σ.γ.: 1,4)=7.200.000 άτομα
Οι εκτιμήσεις αυτές δεν απέχουν σημαντικά από τις προβλέψεις του World Almanac (1998), που θεωρεί ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας το 2050 θα είναι 8.100.000 άτομα.
Επιπτώσεις πληθυσμιακών εξελίξεων: Κανείς πλέον δεν αμφισβητεί τον παραλληλισμό των δημογραφικών με τις υπόλοιπες (οικονομικές, κοινωνικές, πολεοδομικές) εξελίξεις. Σαν αποτέλεσμα, οι πληθυσμιακές εξελίξεις στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας επιδρούν και θα συνεχίσουν να επιδρούν στη διαδικασία αστικοποίησης και στη δημιουργία περιφερειακών ανισοτήτων, να διαμορφώνουν την αστική δομή της πρωτεύουσας και τις ενδοαστικές διαφοροποιήσεις των μεγάλων πόλεων και να καθορίζουν τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις στη χώρα. Με άλλα λόγια, οι πληθυσμιακές εξελίξεις στον ελληνικό χώρο είναι άμεσα συνυφασμένες με την ανάπτυξη της Ελλάδας.

* Καθηγητής ΕΜΠ και γενικός γραμματέας του Ιδρύματος για την Αντιμετώπιση του Δημογραφικού

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 17/02/2007

Το έχουμε ρίξει στην καλοπέραση

Το έχουμε ρίξει στην καλοπέραση

«Οι Ελληνίδες σταμάτησαν να γεννούν παιδιά, όχι μόνο λόγω οικονομικών προβλημάτων. Οι Ελληνες το έχουμε ρίξει στην καλοπέραση, γιατί τα παιδιά έχουν φασαρία και θυσίες. Ποτέ, όμως, η ησυχία των νεκροταφείων δεν είναι καλύτερη από τις φωνές, την γκρίνια ή τα γέλια των παιδιών».


Αυτά υποστηρίζει ο πρόεδρος της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος και πατέρας ο ίδιος πέντε παιδιών, Βασίλης Θεοτοκάτος, αναφερόμενος στην υπογεννητικότητα που πλήττει τη χώρα μας. Από την άλλη, όμως, παραδέχεται ότι η Πολιτεία δεν έχει θεσμοθετήσει κανένα κίνητρο, ώστε οι μητέρες που θέλουν περισσότερα παιδιά να είναι σε θέση να τα αποκτήσουν. Επίσης, δεν έχει καταστήσει ελκυστική την εικόνα της πολύτεκνης οικογένειας ώστε να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση.
«Ακόμα και η "ελίτ" της ελληνικής κοινωνίας δεν παίζει πια το ρόλο της. Κάποτε έδινε το παράδειγμα και κάθε "σημαντική" οικογένεια είχε 6-7 παιδιά. Σήμερα, ακολουθεί την "πεπατημένη" και μένει στο ένα παιδί», επισημαίνει ο κ. Θεοτοκάτος, «Οπως είναι η κατάσταση τώρα, είναι απολύτως βέβαιο ότι μετά από 20-25 χρόνια θα έχουν αλλοιωθεί τα πάντα στη χώρα μας». Προσθέτει ο πρόεδρος της ΑΣΠΕ.
Η Ανώτατη Συνομοσπονδία έχει ήδη προτείνει δύο βασικά μέτρα στην Πολιτεία για να αντιμετωπιστεί η γήρανση της Ελλάδας. Το πρώτο αφορά τα νέα ζευγάρια, στα οποία προτείνεται να χορηγείται ένα δάνειο στο ύψος της αγοραζόμενης ή ανεγειρόμενης κατοικίας, κάτω από προϋποθέσεις. Οταν, δηλαδή, το νέο ζευγάρι θα αποκτήσει το δεύτερο παιδί, να του χαρίσουν το 1/3 των τόκων του δανείου, ενώ με το τρίτο παιδί να του χαρίζονται οι τόκοι και με το τέταρτο το κεφάλαιο.
Αντίστοιχα, η μητέρα, η οποία θα αποκτά τέταρτο παιδί και δεν θα επιθυμεί να εργάζεται πια, θα μπορούσε να έχει ένα μηνιαίο μισθό ύψους 750 ευρώ, χωρίς να δικαιούται να στέλνει τα παιδιά της σε παιδικούς σταθμούς ή να εργάζεται».

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 17/02/2007